Ανακοίνωση και Απόφαση της 3ης Συνδιάσκεψης ΜΕΤΑ (Αθήνα, 20-09-2020)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Πραγματοποιήθηκε, την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου, στον υπαίθριο χώρο του κτηρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, η 3η Συνδιάσκεψη του ΜΕΤΑ.

Η Συνδιάσκεψη διεξήχθη κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την πανδημία του κορονοϊού και συμμετείχαν είτε διά ζώσης, είτε μέσω τηλεδιάσκεψης, πάνω από 100 συνδικαλίστριες και συνδικαλιστές από χώρους του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Οι συμμετέχοντες ανέπτυξαν πλούσιο προβληματισμό, σχετικά με την παρέμβασή μας στο συνδικαλιστικό κίνημα, υπό τις παρούσες συνθήκες, και την ανάγκη, με τον συντονισμό και τη δράση μας, να καλύψουμε το κενό που έχουν δημιουργήσει, σε μια κρίσιμη περίοδο για τους εργαζόμενους, τα «κατεβασμένα ρολά» κορυφαίων συνδικαλιστικών οργανώσεων, με προεξάρχουσα την ηγεσία της ΓΣΕΕ.

Οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να στοιβάζονται στα Μέσα Μεταφοράς, για να πάνε στη δουλειά τους, σε χώρους εργασίας που δεν τηρούνται τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας και δεν χορηγούνται τα μέσα ατομικής προστασίας, με τις παραπάνω συνδικαλιστικές οργανώσεις να «έχουν τραπεί σε φυγή», βάζοντας πλάτη για να περάσουν όλες οι αντεργατικές ανατροπές, που πέρασαν και περνούν με την «επίκληση» της πανδημίας.

Η άποψη αυτή, εξάλλου, αποτυπώθηκε και στις παρεμβάσεις των συμμετεχόντων συναδέλφων και συνδικαλιστών, ότι δηλαδή «…η ηγεσία της ΓΣΕΕ έχει χάσει οποιοδήποτε εργατικό χαρακτηριστικό…» και ότι πρόκειται για μια ηγεσία «…ξεκομμένη πλήρως από την εργατική τάξη, που έχει υποταχθεί πλήρως στην εργοδοσία και έχει υπογράψει συμβόλαιο με την κυβέρνηση να βάλει πλάτη για να εφαρμόσει απρόσκοπτα την πολιτική της…».

Στη Συνδιάσκεψη, συζητήθηκαν οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα από τους αγώνες των εργαζομένων την προηγούμενη περίοδο και ιδιαίτερα της τρέχουσας του κορονοϊού. Ο λαός μας, με την αυτοπειθαρχία του, και οι εργαζόμενοι στις μονάδες υγείας και στις εργασίες της «πρώτης γραμμής», με την αυτοθυσία τους, έσωσαν τον λαό μας στην πρώτη φάση της πανδημίας. Έδωσαν ανάσα στο δημόσιο σύστημα υγείας και χρόνο στην κυβέρνηση, για να το στελεχώσει και να το προετοιμάσει, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολότερες καταστάσεις.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση της ΝΔ, δέσμια των νεοφιλελεύθερων δογμάτων της, αντί να προχωρήσει σε μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στα Νοσοκομεία και να στελεχώσει τις Πρωτοβάθμιες Μονάδες Υγείας, αντί να δημιουργήσει νέες ΜΕΘ, να προχωρήσει στη διενέργεια μαζικών και δωρεάν τεστ, αντί να επιτάξει μονάδες του ιδιωτικού τομέα της υγείας, περιορίστηκε σε χειροκροτήματα και έδωσε και εξακολουθεί να δίνει «ζεστό χρήμα» στους κλινικάρχες αλλά και στους καναλάρχες, για να προπαγανδίζουν τα κυβερνητικά μέτρα.

Ο λαός μας, όμως, βλέπει ότι, στις κρίσιμες στιγμές του, είτε είναι αυτές τις πανδημίας, είτε των φυσικών καταστροφών, όπως οι πρόσφατες με την θεομηνία του «Ιανού» και τις καταστροφικές πλημμύρες στην Εύβοια, μπορεί να στηριχθεί μόνο σε ένα ισχυρό Δημόσιο Σύστημα Υγείας.

Στους αγώνες αυτής της περιόδου, το βασικό στίγμα έδωσαν οι εργαζόμενοι στην Υγεία και Παιδεία, διεκδικώντας μαζικές προσλήψεις προσωπικού και δημιουργία των κατάλληλων όρων για την επιτυχή αντιμετώπιση της πανδημίας και τη σωτηρία του λαού. Αποκαλύφθηκε η υποκρισία της κυβέρνησης, όταν από τη μια μεριά ανακοινώνει περιοριστικά μέτρα και από την άλλη θεωρεί ότι στην Αττική, για παράδειγμα, ο αριθμός των ατόμων στις δημόσιες συγκεντρώσεις δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 9 άτομα, ενώ στις τάξεις των σχολείων μπορεί να είναι 25 παιδιά, στους χώρους εργασίας, στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς κτλ. «πατείς με, πατώ σε»!

Επίσης, και οι εργαζόμενοι στον Τουρισμό – Επισιτισμό και Ξενοδοχεία, οι καλλιτέχνες και οι εργαζόμενοι στην Τέχνη και στον Πολιτισμό, οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ, οι συμβασιούχοι και οι αυτοαπασχολούμενοι, που παραμένουν στους δρόμους του αγώνα, καθώς οι απολύσεις, το φάσμα της ανεργίας, οι περικοπές μισθών και δικαιωμάτων, οι βλαπτικές μεταβολές στις εργασιακές τους σχέσεις είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη και πάνε χέρι χέρι με την εργοδοτική τρομοκρατία και τον αυταρχισμό.

Στο πλαίσιο αυτό, οι ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη από τη ΔΕΘ για τα εργασιακά και το ασφαλιστικό, για περαιτέρω ελαστικοποίηση και διευθέτηση του χρόνου εργασίας, καθώς και η πλήρης ανατροπή του χαρακτήρα της επικουρικής ασφάλισης (και της πρόνοιας) και η μετατροπή της σε κεφαλαιοποιητική, με την παραχώρησή της στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, συμπληρώνουν το «παζλ» των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που σχεδιάζουν σε βάρος των εργαζομένων, των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων.

Ταυτόχρονα, η προβλεπόμενη βαθιά οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό και την κούρσα των εξοπλισμών, θα οδηγήσει στην περαιτέρω περικοπή κοινωνικών δικαιωμάτων, στο βάθεμα της λιτότητας και στη διεύρυνση της φτώχειας, ενώ εμπλέκει τη χώρα μας στους πολεμικούς και ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή και την εκθέτει σε πολεμικές περιπέτειες, για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των δρόμων μεταφοράς τους στα καπιταλιστικά κέντρα.

Η συμβολή του εργατικού κινήματος για την ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού κινήματος στη χώρα μας, που θα την απεμπλέξει από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, αποτελεί ένα από τα κύρια καθήκοντα της περιόδου.

Όλοι οι συμμετέχοντες στη Συνδιάσκεψη εκτίμησαν ότι οι επιμέρους κλαδικές, επιχειρησιακές και τοπικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων αυτήν την περίοδο είναι ανάγκη να συνενωθούν σε ένα πανεργατικό μέτωπο αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση. Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να πάψει να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να αμύνεται στις επιθέσεις τις κυβέρνησης και των εργοδοτών. Πρέπει να προβάλλει τους στόχους και τα αιτήματά του και να καθορίσει αυτό τον τρόπο και το χρόνο της παρέμβασής του. Πρέπει το συνδικαλιστικό κίνημα να σταματήσει να αμύνεται και να αντιδρά μόνον όταν η κυβέρνηση φέρνει στη βουλή μέτρα προς ψήφιση ή όταν δέχεται επιθέσεις. Είναι ανάγκη να καθορίσει το ίδιο το αγωνιστικό, διεκδικητικό του πρόγραμμα και να προβάλλει τα αιτήματά του επιθετικά.

Στο πλαίσιο αυτό, όλοι οι ομιλητές συμφώνησαν στην ανάγκη να τεθεί από το ΜΕΤΑ, σ’ όλες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις η πρόταση για την προκήρυξη απεργίας, με γενικά πανεργατικά χαρακτηριστικά. Μια κατάλληλη ημερομηνία θα ήταν η Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020, που πρέπει να αποφασιστεί από τώρα, για να υπάρχει χρόνος ενημέρωσης και ζύμωσής της μέσα στους χώρους δουλειάς, διεκδικώντας:

– Την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας με επαρκή χρηματοδότηση και στελέχωσή του με μόνιμο προσωπικό, τη διενέργεια μαζικών και δωρεάν τεστ για τον κορονοϊό σ’ όλο το λαό και την τήρηση όλων των μέτρων προστασίας και υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων.

– Αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις και δραστική μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, καθώς και των χρόνων εργασίας και των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης.

– Μόνιμη και σταθερή εργασία, κατάργηση της ελαστικής, ενοικιαζόμενης και εκ περιτροπής εργασίας, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου για όλες τις πάγιες και διαρκείς εργασίες σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

– Απαγόρευση των απολύσεων σε επιχειρήσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητά τους ή πλήττονται λόγω κορονοϊού και καταβολή ειδικού μηνιαίου επιδόματος κορονοϊού στο ύψος του 80% του μισθού για όσο διάστημα είναι κλειστή η επιχείρηση, προσμέτρηση του χρόνου καταβολής του επιδόματος στα συντάξιμα χρόνια, επιδότηση του ενοικίου και κούρεμα των οφειλών σε δάνεια, δημόσιο και ΔΕΚΟ.

– Καταβολή επιδόματος ανεργίας σε όλους τους ανέργους στο ύψος του 80% του βασικού μισθού και για όσο διάστημα διαρκεί η ανεργία, καθώς και αναστολή όλων των υποχρεώσεών τους προς το κράτος και τις τράπεζες, προστασίας της πρώτης κατοικίας και διασφάλιση της παροχής ρεύματος και νερού.

Τέλος, υπογραμμίστηκαν απ’ όλους οι προσπάθειες που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, από το ΜΕΤΑ, για το συντονισμό της δράσης όλων των αγωνιστικών, ταξικών δυνάμεων μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Συμφωνήθηκε να συνεχιστούν οι προσπάθειες με τις δυνάμεις και τους ανένταχτους συνδικαλιστές που βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία και συντονισμό των πρωτοβουλιών μας, με ορίζοντα την υπέρβαση των σημερινών σχημάτων και τη συγκρότηση κοινής συνδικαλιστική κίνησης που θα συμβάλλει στην αναζωογόνηση της ελπίδας και στην ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος.


ΑΠΟΦΑΣΗ 3ης ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΜΕΤΑ, ΑΘΗΝΑ 20/09/2020

Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020 διεξήχθη η 3η Συνδιάσκεψη του ΜΕΤΑ, στο κτήριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Ερμού 134, Αθήνα, στην οποία συμμετείχαν πάνω από εκατό συνδικαλιστές, είτε με αυτοπρόσωπη παρουσία, η πλειοψηφία τους, είτε μέσω διαδικτυακής σύνδεσης. Η παρουσία κρίθηκε, απ’ όλους τους συμμετέχοντες, θετική, μιας και έγινε σε συνθήκες της πανδημίας του κορονοϊού και της λήψης επιπρόσθετων περιοριστικών μέτρων στην Αττική.

Η συμμετέχοντες στη συνδιάσκεψη ενέκριναν το παρακάτω κείμενο, το οποίο αποτελεί την απόφαση των εργασιών της συνδιάσκεψης.

Α’. Εκτίμηση της προηγούμενης περιόδου – Η κατάσταση σήμερα

1. Από το 2017, που έγινε η προηγούμενη συνδιάσκεψη, μέχρι σήμερα, είχαμε την εναλλαγή δύο κυβερνήσεων: Της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τον Ιούνη του 2019 και την κυβέρνηση της ΝΔ, από τον Ιούλη του 2019 μέχρι σήμερα. Η κυβερνητική πολιτική, είτε στην περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ, είτε στην περίοδο της ΝΔ, κινήθηκε, με διαφορετικούς βέβαια ρυθμούς και ένταση, βασικά στην ίδια ρότα: της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών, της λιτότητας, της διεύρυνσης των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, της εντατικοποίησης της εργασίας και της διατήρησης της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα, των ιδιωτικοποιήσεων και της συρρίκνωσης του δημοσίου και κυρίως των υπηρεσιών κοινωνικής πολιτικής, εξυπηρέτησης του πολίτη, της συντήρησης των υποδομών και των υποστηρικτικών δομών για τη λειτουργία του κράτους κλπ. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι η ΝΔ ασκεί μια πιο επιθετική, νεοφιλελεύθερη πολιτική, με μεγαλύτερη ένταση, μιας και η ίδια αποτελεί τον αυθεντικό πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα μας.

2. Στο μέτωπο των διεθνών εξελίξεων, η κατάσταση στη νοτιοανατολική Μεσόγειο εξελίσσεται επικίνδυνα και έχει οξυνθεί ιδιαίτερα την τελευταία περίοδο. Εκτός από την εμπλοκή των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία) στην περιοχή, οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας κλιμακώνουν, σε οριακό σημείο, τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο των ενεργειακών κοιτασμάτων και των δρόμων μεταφοράς τους. Την ίδια περίοδο ενισχύθηκαν οι δεσμοί της χώρας μας με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προωθήθηκε, επίσης, ο άξονας Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου – Ισραήλ. Οι εξελίξεις αυτές εμπλέκουν τη χώρα μας στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής, την εκθέτουν σε πολεμικές συρράξεις και την καθιστούν γέφυρα για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των δρόμων μεταφοράς τους στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης. Οι τεράστιες εξοπλιστικές δαπάνες που ανακοινώθηκαν από το βήμα της ΔΕΘ και οι επισκέψεις Αμερικανών αξιωματούχων έχουν ως υπόβαθρο τα παραπάνω.

3. Οι εξελίξεις αυτές αύξησαν τις μεταναστευτικές ροές από την Ανατολή προς της Δύση. Στο έδαφος των ανταγωνισμών η ελληνική και τουρκική κυβέρνηση χρησιμοποιούν το μεταναστευτικό και προσφυγικό ως μοχλό πίεσης για να προωθήσουν τις διεκδικήσεις τους. Πρόσφυγες και μετανάστες, θύματα των ιμπεριαλιστικών πολέμων στις χώρες τους, αποτρέπονται από την ελεύθερη μετακίνηση, διέλευση και εγκατάσταση στις χώρες προορισμού τους και στοιβάζονται σε στρατόπεδα-φυλακές. Η καταστολή σε βάρος των προσφύγων στα συνοριακά περάσματα του Έβρου, το πάγωμα καταγραφής αιτημάτων ασύλου, οι επαναπροωθήσεις και απελάσεις, οι πνιγμοί στο Αιγαίο, βαρύνουν με σοβαρές ευθύνες την ελληνική κυβέρνηση. Επιπλέον, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες γίνονται πηγή εκμετάλλευσης φθηνού εργατικού δυναμικού, καταπάτησης ατομικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων και καλλιέργειας ρατσιστικών και φυλετικών διακρίσεων. Η Ελλάδα μετατρέπεται σε «αποθήκη ψυχών» και δεν δίνεται η δυνατότητα της μετακίνησης των προσφύγων και μεταναστών στις χώρες προορισμού τους.

4. Οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων περνάνε σε μια νέα φάση, με ενθαρρυντικά ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά, που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε μια αισιόδοξη εξέλιξη και ανάκαμψη του εργατικού κινήματος, αλλά και να επικεντρωθούμε στην ανάδειξή του σε έναν υπολογίσιμο αντίπαλο των ακραία νεοφιλελεύθερων, αντεργατικών πολιτικών που σχεδιάζονται και επιχειρείται να εφαρμοστούν. Το προηγούμενο διάστημα είχαμε κινητοποιήσεις που μπορεί να ήταν πολλές, διακρίνονταν όμως από μικρή συμμετοχή και χαμηλή ένταση και από κλαδικό, επιχειρησιακό και τοπικό χαρακτήρα. Γεγονός που εξηγείται, μιας και υπήρξε απογοήτευση και υποχώρηση, όσον αφορά τα γενικότερα ζητήματα, που έχουν σχέση με την ασκούμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική των κυβερνήσεων, και έλλειψη πίστης και αυτοπεποίθησης στους εργαζόμενους και την ελληνική κοινωνία ότι μπορούν να επιβάλλουν φιλολαϊκές λύσεις. Επειδή όμως την ίδια περίοδο τα προβλήματα παρέμειναν οξυμένα, η ανεργία σε υψηλά επίπεδα, η εργοδοτική τρομοκρατία, η εντατικοποίηση της εργασίας, η απλήρωτη και ανασφάλιστη εργασία έγιναν καθεστώς και καθημερινή πραγματικότητα, είχαμε και αρκετές κινητοποιήσεις με ικανοποιητική συμμετοχή εργαζομένων. Ιδιαίτερα οι κινητοποιήσεις μέσα στο 2020, και παρά τις συνθήκες της καραντίνας και του φόβου της εξάπλωσης του κοροναϊού, είχαν αυξητική, από άποψη συμμετοχής, τάση, ιδιαίτερα στους χώρους της υγείας, της παιδείας, του επισιτισμού, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των συμβασιούχων και σε άλλους κλάδους που το φάσμα της ανεργίας προβάλλει απειλητικά (ΛΑΡΚΟ κλπ). Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένα θετικό και αισιόδοξο μήνυμα, που μπορεί να διευρυνθεί από τα συσσωρευμένα προβλήματα που θα επιφέρει η βαθιά ύφεση που προδιαγράφεται για το άμεσο μέλλον.

5. Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί η δράση μας στην περίοδο της πανδημίας. Η κυβέρνηση, η οποία επαίρεται ότι αντιμετώπισε επιτυχώς την πανδημία, επειδή έλαβε έγκαιρα μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων και επιβολής καραντίνας, αποσιωπά το γεγονός ότι δεν αξιοποίησε το χρόνο αυτόν για την προετοιμασία και για την ενίσχυση του ΕΣΥ, την στελέχωσή του με μαζικές προσλήψεις υγειονομικού και άλλου προσωπικού, την ίδρυση νέων ΜΕΘ και δεν ομολογεί ότι ο βασικότερος παράγοντας ήταν ο φόβος της ότι θα κατέρρεαν το σύστημα και τα Νοσοκομεία, αν είχαμε κατακόρυφη αύξηση των κρουσμάτων. Άλλωστε, το γνωρίζουν καλά όλοι, ότι αυτοί που αντιμετώπισαν την πανδημία και έσωσαν την υγεία του λαού, είναι οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας και οι εργαζόμενοι των άλλων κλάδων της πρώτης «γραμμής» (Τοπική Αυτοδιοίκηση, Σούπερ Μάρκετ, Τροφοδοσίας, κούριερ κλπ). Παρά όμως την φραστική αναγνώριση της καθοριστικής συμβολής του ΕΣΥ, οι εργαζόμενοι σ’ αυτό πήραν μόνο τα χειροκροτήματα, ενώ οι μεγαλοκλινικάρχες, οι μεγαλοεκδότες και καλανάρχες το ζεστό χρήμα.

Από την περίοδο του «εγκλεισμού» έχουμε θετικά κινηματικά παραδείγματα να αναδείξουμε και να αξιοποιήσουμε. Το σιωπητήριο της καραντίνας έσπασε με εργατικές κινητοποιήσεις, κυρίως των υγειονομικών. Η κινητοποίηση των νοσοκομειακών γιατρών και όλων των εργαζόμενων στα δημόσια Νοσοκομεία στις 7 Απρίλη, ανέδειξαν τα προβλήματα υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης του ΕΣΥ και συσπείρωσαν ένα ευρύτερο κόσμο που εκφράστηκε με τη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις, καθώς και την συμπαράσταση και την αλληλεγγύη τους προς τους εργαζόμενους των Νοσοκομείων. Στην περίοδο αυτή της πανδημίας αναδείχτηκε ο αναντικατάστατος ρόλος των δημόσιων δομών υγείας στην αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων για την υγεία του λαού, ενισχύθηκε η εμπιστοσύνη των πολιτών στο δημόσιο σύστημα υγείας, ενώ υπέστησαν σημαντική υποχώρηση οι νεοφιλελεύθερες απόψεις και αντιλήψεις για τις ιδιωτικοποιήσεις, τις ΣΔΙΤ κλπ. Ανάλογες κινητοποιήσεις είχαμε και στην εκπαίδευση, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τον επισιτισμό και σε άλλους κλάδους που οι εργαζόμενοι πλήττονταν ιδιαίτερα.

Παράλληλα θετικό ρόλο έπαιξαν επίσης και οι κινητοποιήσεις για την Εργατική Πρωτομαγιά, με διάφορες δραστηριότητες, διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις, με τήρηση των μέτρων υγειονομικής προστασίας, που τίμησαν αυτή τη μέρα μνήμης και αγώνων της εργατικής τάξης, έστειλαν μήνυμα στην κυβέρνηση και την εργοδοσία ότι οι εργαζόμενοι μπορεί να φορούν μάσκα, αλλά δεν φιμώνονται, καθώς και το ότι οι εργαζόμενοι και οι ταξικές δυνάμεις του συνδικαλιστικού κινήματος δεν «βάζουν την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια», ότι στις δύσκολες στιγμές μπαίνουν μπροστά και δεν «κατεβάζουν ρολά» όπως έκαναν οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, όταν οι εργαζόμενοι απολύονταν και εκβιάζονταν από τους εργοδότες για να αποδεχτούν βλαπτικές μεταβολές στις εργασιακές τους σχέσεις ή ήταν αναγκασμένοι να βρίσκονται καθημερινά στο πόστο τους, όπως ήταν κυρίως οι εργαζόμενοι της «πρώτης γραμμής» για την αντιμετώπιση της πανδημίας, τη σωτηρία του λαού και τη λειτουργία των βασικών κλάδων και υπηρεσιών για την τροφοδοσία, την πληροφόρηση, την εξυπηρέτηση των πολιτών, την καθαριότητα κλπ.

Η χαλάρωση την τελευταία περίοδο των μέτρων οφείλεται κυρίως στις πιέσεις που ασκούνται από τις δυνάμεις της αγοράς και του κεφαλαίου, με προεξάρχοντες μεγαλοξενοδόχους και στην υπερίσχυση των μέτρων της ενίσχυσης της οικονομίας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, με τίμημα την προστασία της Δημόσιας Υγείας. Η πολιτική αυτή και τα αποτελέσματά της θα κριθούν σε σύντομο χρόνο, αν και ήδη από τα πρώτες εκτιμήσεις και τα αποτελέσματα έχουν δραματικές επιπτώσεις για τους εργαζόμενους και το λαό μας. Κάτι που αναμένεται να επιδεινωθεί από το φθινόπωρο.

5. Την ίδια περίοδο, ενώ η κατάσταση στο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα χειροτέρεψε, εμφανίζονται αντιστάσεις από τη βάση και η νεολαία ανακαλύπτει την ανάγκη της συλλογικότητας και των αγώνων.

Στη ΓΣΕΕ μία γραφειοκρατική ομάδα, ξεκομμένη από τους εργαζόμενους, «απολαμβάνει» τα προνόμια που της έχει παραχωρήσει το σύστημα, για να δίνει άλλοθι και να δικαιολογεί την πολιτική που εφαρμόζεται, ενώ το αποκρουστικό της πρόσωπο αποτελεί βασική αιτία για να απομακρύνονται και να μην εμπιστεύονται οι εργαζόμενοι τα συνδικάτα και τη συλλογική δράση.

Στην ΑΔΕΔΥ, η κατάσταση μπορεί να μην είναι συγκρίσιμη, σε σχέση με τον ξεπεσμό της ΓΣΕΕ, όμως οι κινητοποιήσεις της ήταν άνευρες και άμαζες, ενώ και οι συσχετισμοί χειροτέρεψαν, αφού ενισχύθηκαν η ΔΑΚΕ και τα παρακλάδια της νυν και τέως ΠΑΣΚΕ. Ακολουθείται η ίδια πολιτική, μ’ αυτήν που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στηλίτευαν στα πρώτα μνημονιακά χρόνια.

Βασικό πρόβλημα παραμένει το γεγονός ότι το συνδικαλιστικό κίνημα κινείται χωρίς κανέναν σχεδιασμό και οργάνωση και δεν ανταποκρίνεται στοιχειωδώς ούτε στο ρεφορμιστικό του χαρακτήρα. Την πρωτοβουλία των κινήσεων συνεχίζει να την έχει η κυβέρνηση, αφού αυτό αμύνεται στα μέτρα που παίρνει κάθε φορά αυτή, χωρίς να σχεδιάζει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα διεκδικήσεων που θα ικανοποιεί τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων και στη βάση αυτού να οργανώνει τις κινητοποιήσεις και τις παρεμβάσεις του.

Είναι αδιανόητο να μην καταστρώνουν τα συνδικάτα ένα πρόγραμμα που θα προβλέπει αυξήσεις στους μισθούς, τις συντάξεις και τα επιδόματα, τη δραστική μείωση του ωραρίου εργασίας και των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, τη μόνιμη και σταθερή εργασία, την ενίσχυση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα των υπηρεσιών του κράτους, της κοινωνικής ασφάλισης και υγειονομικής περίθαλψης, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, την εθνικοποίηση και τον εργατικό-κοινωνικό έλεγχο των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, οργανισμών και τραπεζών, για την επανάκτηση βασικών εργαλείων άσκησης της πολιτικής.

Β’. Πορεία και δράση του ΜΕΤΑ

Το ΜΕΤΑ, όλη αυτήν την περίοδο, ακολούθησε μια συνεπή, ταξική γραμμή, χωρίς ταλαντεύσεις, συνέβαλε θετικά στην ανάπτυξη αγώνων, στη λειτουργία των συνδικάτων και ασχολήθηκε με τα πραγματικά προβλήματα των εργαζομένων.

Στάθηκε απέναντι στον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό και έκανε προσπάθειες για τον συντονισμό της δράσης των συνδικάτων, την συνεργασία και την κοινή δράση όλων των αγωνιστικών και ταξικών δυνάμεων του συνδικαλιστικού κινήματος. Στη σημερινή κατάσταση, της πλήρους απαξίωσης, που οδήγησαν το συνδικαλιστικό κίνημα οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, είναι αναγκαίο όσο ποτέ άλλοτε, από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις που αγωνίζονται για την αναγέννηση των συνδικάτων και τον ταξικό τους προσανατολισμό, να παρθούν πρωτοβουλίες συντονισμού στη δράση και να ανοίξει η συζήτηση για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος.

Για το ΜΕΤΑ βασικοί παράμετροι της ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος αποτελούν:

Η υπέρβαση του κατακερματισμού και της πολυδιάσπασης και η συγκρότηση μαζικών κλαδικών συνδικάτων και επιχειρησιακών συνδικάτων σε μεγάλους χώρους δουλειάς. Αν και υπάρχουν εξαιρέσεις, κυρίως σε επιχειρησιακό επίπεδο, τα μικρά συνδικάτα ελέγχονται πιο εύκολα από την εργοδοσία, ρέπουν στον συντεχνιασμό και αναπαράγουν τον παραγοντισμό, της δημιουργίας δομών όχι για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των μαχών απέναντι στην εργοδοσία, αλλά για λόγους συσχετισμών εντός των συνδικάτων .

Η αλλαγή της δομής του συνδικαλιστικού κινήματος, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες, με βάση και την πείρα των προηγούμενων δεκαετιών, με στόχο την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων στη ζωή των συνδικάτων και στη λήψη των αποφάσεων, τον περιορισμό της παραταξιοποίησης και της κομματικής περιχαράκωσης, την ελαχιστοποίηση της αναπαραγωγής γραφειοκρατικών φαινομένων και της αποξένωσής τους από τους εργαζόμενους και τους χώρους δουλειάς.

Η άρση του διαχωρισμού των εργαζομένων σε αυτούς του δημόσιου και σε αυτούς του ιδιωτικού τομέα, η ένταξη στα συνδικάτα των εργαζόμενων με ελαστικές εργασιακές σχέσεις, η ενοποίηση της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ και η συγκρότηση ενιαίων συνδικάτων εργαζομένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, αποτελούν βασικές συνιστώσες για την ενδυνάμωσή τους και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής τους ικανότητας, απέναντι στο κράτος και τους εργοδότες, για ενιαίες παροχές, μισθούς και δικαιώματα, για τον περιορισμό των διακρίσεων και την ενότητα της εργατικής τάξης, για την άμβλυνση των φαινόμενων του κοινωνικού αυτοματισμού που υποδαυλίζεται από το σύστημα και την άρχουσα τάξη..

Γ’. Βασικές αιχμές των διεκδικήσεών μας την επόμενη περίοδο

Για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε και να προβλέψουμε την κατάσταση, έτσι όπως θα διαμορφωθεί μετά το καλοκαίρι, για να είμαστε έτοιμοι να παρέμβουμε και για να προετοιμάσουμε τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα, πρέπει να δούμε ποια είναι η κατάσταση σήμερα και πώς φαίνεται να εξελίσσεται την επόμενη περίοδο.

1. Μετά την υγειονομική κρίση η ανεργία εκτινάχθηκε στα ύψη και φαίνεται ότι στην πραγματικότητα μπορεί να ξεπεράσει και αυτή που ήταν στην αρχή της κρίσης το 2010-2011.

2. Οι ελαστικές σχέσεις έχουν διευρυνθεί τα τελευταία δέκα χρόνια και αποτελούν πλέον την πλειονότητα στις νέες θέσεις εργασίας. Την επόμενη περίοδο φαίνεται ότι θα συνεχιστεί η ανοδική τους πορεία, ενώ την ίδια στιγμή θα διογκώνεται στην αγορά εργασίας το μερίδιο της εκ περιτροπής απασχόλησης. Αυτή η κατάσταση αποκρύπτει το πραγματικό μέγεθος της ανεργίας, αφού εργαζόμενος θεωρείται και αυτός που μπορεί να δουλεύει ακόμα και μία μέρα την εβδομάδα.

3. Μπορεί σήμερα να μην έχουν συνειδητοποιηθεί καθαρά οι επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, μιας και ακόμα οι εργαζόμενοι και η ελληνική κοινωνία είναι μουδιασμένοι από το φόβο νέας πανδημίας, μπορεί να θεωρούνται μοιραία και αναπόφευκτα τα μέτρα που ελήφθησαν, μπορεί σ’ αυτό να συνηγορεί και το γεγονός ότι μοιράστηκαν και κάποια επιδόματα. Ωστόσο η κατάσταση δεν θα είναι η ίδια μετά το Φθινόπωρο. Προβλέπεται μεγάλη οικονομική ύφεση και βαθιά οικονομική κρίση, που οι επιπτώσεις τους θα είναι καταλυτικές για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τη νεολαία και τα μικρομεσαία στρώματα, με μειώσεις μισθών και μεροκάματων, με περικοπή κοινωνικών επιδομάτων, με εκτίναξη της ανεργίας και κλείσιμο επιχειρήσεων, με ένταση του αυταρχισμού, της καταστολής και περιορισμό δημοκρατικών κατακτήσεων και ελευθεριών.

Αυτή η κατάσταση θα οδηγήσει αναγκαστικά σε αντιδράσεις των εργαζομένων. Χρέος δικό μας είναι να συμβάλλουμε, μαζί με άλλες δυνάμεις στην ενίσχυση και στη μαζικοποίηση των αγώνων και στον ταξικό τους προσανατολισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι το σύστημα θωρακίζεται σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Από τον ευνουχισμό της ικανότητας των συνδικάτων, να διαπραγματεύονται τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, με την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των ΣΣΕ, τον περιορισμό του δικαιώματος της απεργίας και την όρθωση επιπρόσθετων δυσκολιών για την προκήρυξή της, την διευκόλυνση των απολύσεων των εργαζομένων και των συνδικαλιστών, με την κατάργηση της αιτιολογημένης απόλυσης και της συνδικαλιστικής προστασίας, φτάσαμε σήμερα και στην ποινικοποίηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και της διαδήλωσης.

Χρειάζεται να δώσουμε δύναμη και να εμπνεύσουμε με αυτοπεποίθηση τους εργαζόμενους ότι μπορούν, παρά της δυσκολίες, παρά την κρίση, με τον αγώνα τους, να έχουν κατακτήσεις και να βελτιώσουν τη ζωή τους. Η έλλειψη πολιτικής προοπτικής διεξόδου από την σημερινή κατάσταση, δημιουργεί δυσκολίες και αν δεν τίθενται, κάθε φορά, ώριμα αιτήματα, που οι εργαζόμενοι βλέπουν και κατανοούν ότι είναι εφικτά, μπορεί να οδηγεί σε νέα απογοήτευση και ηττοπάθεια.

Από την άλλη μεριά όμως επιβάλλεται οι ταξικές δυνάμεις του συνδικαλιστικού κινήματος να μην περιορίζουν την πάλη και τα αιτήματά τους στο πλαίσιο του εφικτού και των σημερινών δυνατοτήτων, αλλά να προβάλλουν την ανάγκη της σύγκρουσης με τις δυνάμεις του κεφαλαίου και της αποδέσμευσης από τις οικονομικές και πολιτικές καπιταλιστικές ενώσεις και από τους ιμπεριαλιστικούς στρατιωτικούς οργανισμούς στους οποίους συμμετέχει η χώρα μας.

Πρέπει, με τη δράση μας, να γίνεται κατανοητό στους εργαζόμενους ότι οι όποιες κατακτήσεις και τα δικαιώματά τους, στο πλαίσιο του καπιταλισμού και της σημερινής τάξης πραγμάτων, όπου η χώρα μας είναι δεσμευμένη να κινείται μέσα στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της ΕΕ και της μνημονιακής επιτροπείας, είναι περιορισμένα και επισφαλή.

Είναι απαραίτητη κατά συνέπεια η σύνδεση των επιμέρους κλαδικών – επιχειρησιακών αιτημάτων με την ανάγκη της πάλης για την απαλλαγή της χώρας μας από τα μνημόνια και την επιτροπεία, την εγκατάλειψη της πολιτικής της λιτότητας σε βάρος των εργαζομένων, ως πανάκειας για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, και την εφαρμογή ενός μεταβατικού οικονομικού και πολιτικού προγράμματος αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που θα οδηγούν στον περιορισμό της δράσης του κεφαλαίου, στην σύγκρουση με τους δανειστές, στην παύση πληρωμών, στη διαγραφή του χρέους και στην προώθηση ενός προγράμματος εθνικοποιήσεων και εργατικού ελέγχου στους βασικούς τομείς της οικονομίας και του τραπεζικού και πιστωτικού συστήματος της χώρας μας. Η υιοθέτηση όμως τέτοιων, πιο συνολικών πολιτικών γραμμών, δεν μπορεί να αποτελεί και προϋπόθεση για τη συμπόρευση στους χώρους δουλειάς. Πέραν των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των ταξικών δυνάμεων του συνδικαλιστικού, το βασικό είναι άλλο: οι εργαζόμενοι αποκτούν συνείδηση της δύναμης της οργάνωσής τους όταν επιτυγχάνουν πιο άμεσους στόχους αγώνα, και αποκτούν έτσι αυτοπεποίθηση και για τον αγώνα για συνολικότερα ζητήματα.

Η αναγκαιότητα να μην περιορίζονται η πάλη και οι διεκδικήσεις των εργαζομένων μόνο στο πλαίσιο των επιμέρους επιχειρησιακών και κλαδικών αιτημάτων επιβάλλεται και για το λόγο ότι στους αγώνες που κάνουν οι εργαζόμενοι για τη βελτίωση της ζωής τους πρέπει να κατανοούν τις αιτίες που τα δημιουργούν, αλλά και να δίνεται μια συνέχεια και προοπτική σ’ αυτούς τους αγώνες.

Δ’. Βασικά αιτήματα διεκδικήσεων

1. Καμία μείωση στους μισθούς και τις συντάξεις – Αγώνας για υπογραφή ΣΣΕ που θα περιλαμβάνουν αυξήσεις στους βασικούς μισθούς και επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751€.

2. Δραστική μείωση του χρόνου εργασίας για όλους τους εργαζόμενους, σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, χωρίς μείωση μισθών και περικοπή δικαιωμάτων. Η ραγδαία είσοδος των νέων τεχνολογιών, της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής στην παραγωγική διαδικασία, για να μην αποβεί σε βάρος των εργαζομένων και υπέρ του κεφαλαίου, με την περικοπή θέσεων εργασίας και την διεύρυνση των ανισοτήτων και της εκμετάλλευσης, θα πρέπει να συνοδευτεί με μείωση του χρόνου εργασίας και αύξηση των μισθών και των επιδομάτων των εργαζομένων.

3. Κατάργηση της ελαστικής, ενοικιαζόμενης και εκ περιτροπής εργασίας, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και μετατροπή όλων των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, για εργασίες και υπηρεσίες που έχουν πάγιο και σταθερό χαρακτήρα. Η τηλεργασία, που ενισχύθηκε στην περίοδο του κοροναϊού, αποτελεί στρατηγική επιλογή τμημάτων του κεφαλαίου για εξατομίκευση και κατακερματισμό των εργασιακών σχέσεων και της σύγχρονης εργατικής τάξης. Απαιτείται σοβαρός διεκδικητικός αγώνας από το εργατικό κίνημα για την κατοχύρωση αυξημένων δικαιωμάτων και πλήρους προστασίας – κάλυψης των εργαζομένων με τηλεργασία, αλλά και μια πιο συνολική κριτική σε αυτό το μοντέλο εργασίας, που μπορεί να είναι αναγκαίο σε κάποιες περιπτώσεις ως μέσο προστασίας, αλλά δεν πρέπει να γενικευθεί, καθώς μετακυλίει κόστη της επιχείρησης στον εργαζόμενο, δυσχεραίνει την οργανωμένη δράση (παρότι υπήρξαν παραδείγματα πρωτότυπου μαζικού αγώνα και εν μέσω lockdown). Υπάρχουν βέβαια και τεχνικοί τρόποι να διασφαλιστούν τα εργασιακά δικαιώματα, αλλά η επιλογή να είναι «διευθυντικό δικαίωμα», προφανώς δείχνει τις επιδιώξεις και τους σχεδιασμούς του κεφαλαίου.

4. Χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος Υγείας και μετατροπή όλων των συμβάσεων, ορισμένου χρόνου και επικουρικών, σε αορίστου χρόνου και κάλυψη όλων των αναγκών του συστήματος με μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού.

5. Εντατικοποίηση του αγώνα ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και στις Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και στην εκχώρηση αρμοδιοτήτων και υπηρεσιών στους ιδιώτες, με άλλοθι την έλλειψη προσωπικού. Στο πλαίσιο αυτό η αποδόμηση της νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας περί «Επιτελικού Κράτους» αποτελεί πρώτης προτεραιότητας θέμα, για τις δυνάμεις μας στο δημόσιο, μιας και αυτό, με εργαλείο την Αξιολόγηση και το Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας στο δημόσιο, θα χρησιμοποιηθεί για την συρρίκνωση του δημοσίου και κυρίως των υπηρεσιών κοινωνικού χαρακτήρα.

Ε’. Σχετικά με την παράταξή μας και την προοπτική της

Για εμάς η ύπαρξη και λειτουργία του ΜΕΤΑ δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Ιδρύσαμε το ΜΕΤΑ ως εργατική συλλογικότητα, για να συμβάλλουμε στην ενίσχυση των αγώνων και τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων. Στη σημερινή μάλιστα συγκυρία επιβάλλεται να δούμε, αν θέλουμε να συμβάλλουμε θετικά στο εργατικό – συνδικαλιστικό κίνημα, την συμβολή μας στην συγκρότηση μια ευρύτερης συνδικαλιστικής συλλογικότητας, που να ενώσει συνδικαλιστικές δυνάμεις, αγωνιστές συνδικαλιστές και δραστήριους εργαζόμενους, με τους οποίους έχουμε κοινές αγωνίες και αναζητήσεις και βρεθήκαμε τα τελευταία χρόνια μαζί στους δρόμους, ενάντια στις πολιτικές της λιτότητας, των ιδιωτικοποιήσεων, της ανεργίας, του αυταρχισμού και της διεύρυνσης των ελαστικών εργασιακών σχέσεων.

Στο πλαίσιο αυτό απευθυνόμαστε σ’ όλους αυτούς τους συνδικαλιστές και τις συλλογικότητές τους και τους καλούμε να συγκροτήσουμε έναν κοινό χώρο συνεύρεσης, συζήτησης, διαλόγου και κοινής δράσης και παρέμβασης, στην προοπτική λειτουργίας μιας κοινής παράταξης που θα συμβάλει στην αναζωογόνηση της ελπίδας και στην ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος.

Το βασικό κριτήριο για μια τέτοια καινούρια προσπάθεια είναι:

οι κοινές πρακτικές στο κίνημα το προηγούμενο διάστημα (από τη στάση σε «δύσκολες» απεργίες όπως η 30/5/2018 μέχρι ο αγώνας για να ενταχθούν οι συμβασιούχοι στα συνδικάτα),

η βούληση για συνεργασίες στους επιμέρους εργασιακούς χώρους,

η κατανόηση της αναγκαιότητας για νέες επεξεργασίες για τις νέες μορφές απασχόλησης (από τις ελαστικές σχέσεις ως την τηλεργασία) και τις επιδράσεις που αυτές έχουν στη συγκρότηση της σημερινής εργατικής τάξης,

η προτεραιότητα για μια τέτοια συλλογικότητα να σχεδιάζει από κοινού την παρέμβασή της σε διαφορετικούς εργασιακούς κλάδους και χώρους, και πρωτίστως στον ιδιωτικό τομέα.

20/09/2020
Από το ΜΕΤΑ


ΕΔΩ η απόφαση σε μορφή .docx και ΕΔΩ σε μορφή .pdf

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ