Κι αυτή η «αξιολόγηση» είναι για τους δανειστές και ΔΕΝ θα τους κάνουμε τη χάρη

Από το Γιώργο Χαρίση, γραμματέα του ΜΕΤΑ και μέλος του ΓΣ της ΑΔΕΔΥ

Η απεργία – αποχή των εργαζομένων στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τα Νοσοκομεία, τις Ανεξάρτητες Αρχές και τους ΟΤΑ από κάθε διαδικασία «αξιολόγησης» οδήγησε στην ήττα και αυτής της κυβέρνησης (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), όπως και της προηγούμενης (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ). Αποτελεί σημαντική νίκη των εργαζομένων, γιατί ακύρωσαν στην πράξη ένα μνημονιακό προαπαιτούμενο μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών. Το ερώτημα αφορά στους υπερασπιστές της «αξιολόγησης»: Είναι τυχαίο που κόπτονται οι δανειστές και οι «θεσμοί» για την προώθησή της; Εκτός αν τελευταία θέλουν το καλό μας!Η νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 36, Ν.4489/2017), στην οποία πανικόβλητη προχώρησε η κυβέρνηση και με την οποία καταργείται ουσιαστικά ο νόμος και καταστρατηγείται το δικαίωμα της απεργίας, καθώς και η προηγηθείσα εγκύκλιος με την οποία αποσυνδέεται η διαδικασία της κινητικότητας από την «αξιολόγηση» αποδεικνύουν με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι και ο νόμος Ν.4369/2016, όπως και ο Ν.4250/2014 του Μητσοτάκη, καταργήθηκε στην πράξη.

Αυτό για το οποίο επείγεται η κυβέρνηση είναι να εμφανίσει στους «θεσμούς» ότι υλοποίησε την «αξιολόγηση» του προσωπικού στο Δημόσιο, ενόψει της δικιάς της αξιολόγησης απ’ αυτούς. Μια «αξιολόγηση», που με βάση το άρθρο 36 του Ν.4489/2017 μπορεί να γίνει σε μια υπηρεσία και μόνον από έναν υπηρεσιακό παράγοντα, τον Β’ αξιολογητή (διευθυντή), ακόμα και αν απέχει από τη διαδικασία το 99,9% του προσωπικού. Δηλαδή μια «αξιολόγηση» που είναι και θα μείνει στα χαρτιά! Αυτή θα είναι η αξία της και γι’ αυτό οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αρνηθούν να συμμετάσχουν σ’ αυτή την φαρσοκωμωδία.

Η καθολική συμμετοχή και σ’ αυτή την απεργία – αποχή, όπως και το 2014 στην «αξιολόγηση» Μητσοτάκη, έδειξε ότι οι εργαζόμενοι δεν ήταν απλά τότε αντίθετοι μόνο στις απολύσεις που προέβλεπε αυτή, αλλά και στη φιλοσοφία της: που ήταν και είναι η συρρίκνωση του κράτους και κυρίως των κοινωνικών του υπηρεσιών και των υπηρεσιών συντήρησης και καθαριότητας, αλλά και όλων των υποστηρικτικών υπηρεσιών για τη λειτουργία του και την παροχή υπηρεσιών στους πολίτες.

Στο ευέλικτο και επιτελικό κράτος, που ευαγγελίζονται τα τελευταία 25 χρόνια όλοι οι ζηλωτές του νεοφιλελευθερισμού, χωράνε μόνο οι υπηρεσίες που ασκούν δημόσια εξουσία, όπως οι κατασταλτικοί του μηχανισμοί, τα δικαστήρια και ένας σκληρός πυρήνας του κράτους για να διεκπεραιώνει της υποθέσεις του με τους ιδιώτες και την αγορά. Είναι αυτό που λέγεται χυδαία και ωμά ομολογείται από όλους τους απολογητές του νεοφιλελευθερισμού, ότι «…δεν μπορεί η καθαρίστρια, για παράδειγμα, να είναι δημόσιος υπάλληλος…» ή ότι «…στο κράτος θα μείνουν οι υπηρεσίες για τις οποίες δεν ενδιαφέρονται οι ιδιώτες…»!

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση και σε συνθήκες απόλυτης απαγόρευσης των προσλήψεων υποχρεωτικής (ΥΕ) και μέσης εκπαίδευσης (ΔΕ) προσωπικού και περιορισμού των προσλήψεων πανεπιστημιακής (ΤΕ & ΠΕ) εκπαίδευσης, θα χρησιμοποιηθούν τόσο η «αξιολόγηση» του προσωπικού όσο και η κινητικότητα ως εργαλείο αποψίλωσης των κοινωνικών και λοιπών υπηρεσιών, με στόχο να «αδειάσουν» από προσωπικό αυτές για τις οποίες δεν «ενδιαφέρεται» το κράτος, σε όφελος των υπηρεσιών, που όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ασκούν δημόσια εξουσία.

Εμείς θεωρούμε ότι ο εργαζόμενος, όπου και αν εργάζεται, στον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα, άμα θέλει να διεκδικεί και να μην σκύβει το κεφάλι του απέναντι στο κράτος και στην εργοδοσία, πρέπει πρωτίστως να είναι συνεπής και υπεύθυνος απέναντι στην εργασία του. Πολύ περισσότερο αν η φύση της εργασίας του είναι η εξυπηρέτηση των πολιτών και η υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος.

Θεωρούμε επίσης ότι η Δημόσια Διοίκηση πρέπει να παρακολουθεί τις εξελίξεις, να προσαρμόζεται στις αλλαγές που συντελούνται στην κοινωνία, στην επιστήμη και στην τεχνολογία και στις ανατροπές που αυτές επιφέρουν στην εργασία, με γνώμονα πάντα την εξυπηρέτηση των πολιτών και των αναγκών τους. Δεν είναι δυνατόν σήμερα να χρειάζονται 3 και 4 χρόνια να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες συνταξιοδότησης και να μην ενδιαφέρεται η πολιτεία πώς θα επιβιώσει κάποιος. Και μετά λόγου γνώσεως, λέμε ότι αυτό είναι πολύ εύκολο και δεν φταίνε οι εργαζόμενοι γι’ αυτή την κατάσταση.

Η «αξιολόγηση» όμως και η «στοχοθεσία» δεν έχουν στόχο την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών του δημοσίου προς τους πολίτες. Ηχούν στα αυτιά κάποιων ωραία, φαίνονται να έχουν αγαθούς σκοπούς και προθέσεις, όμως υπηρετούν έναν συγκεκριμένο σχέδιο που είναι η συρρίκνωση του δημοσίου, οι ιδιωτικοποιήσεις των υπηρεσιών, την εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών (Παιδεία, Υγεία κ.λπ.) και η διάρρηξη της συλλογικής στάσης των εργαζομένων με την παράλληλη ενίσχυση της ατομικής.

Οι ανομολόγητοι στόχοι αυτής της διαδικασίας θα είναι η διαμόρφωση εργαζομένων πολλών ταχυτήτων και διαστρωματώσεων, χωρίς αλληλεγγύη μεταξύ τους, χωρίς δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης και με στόχο την επιστροφή στην προ συνδικάτων εποχή, όπου ο εργοδότης διαπραγματεύεται ατομικά με κάθε εργαζόμενο και όχι συλλογικά.

Κι επειδή η συρρίκνωση του Δημοσίου είναι στην ατζέντα των δανειστών και της τρόικας, η «αξιολόγηση» αποσκοπεί και στη δημιουργία μιας δεξαμενής «ανεπαρκών» και «ακατάλληλων» εργαζομένων, όπως θα βαθμολογηθούν κάποιοι για να μπορούν να απολύουν όποτε κρίνεται αναγκαίο! Δεν είναι τυχαίο ότι σε περίπτωση εξισωτικής αξιολόγησης, π.χ., προς τα πάνω θα εφαρμόζεται ο «συντελεστής διόρθωσης» από τη Διεύθυνση Παρακολούθησης και Στατικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης (άρ. 17, παρ. 15του ν.4369/2016).

Αν ήθελαν να βελτιώσουν τις υπηρεσίες προς τους πολίτες θα έπρεπε να ξεκινούσαν από διαφορετική αφετηρία:

  1. Από τη σύνταξη Νέων Οργανογραμμάτων και Οργανισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας, με τη συμμετοχή των εργαζομένων, που θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι στην αναπαραγωγή της γραφειοκρατίας. Το πρωταρχικό πρόβλημα αυτή τη στιγμή όλων των δημοσίων υπηρεσιών είναι η στελέχωσή τους με τακτικό προσωπικό και χρηματοδότηση των προϋπολογισμών τους. Όμως κάτι τέτοιοι είναι απαγορευτικό, αφού οι μνημονιακές πολιτικές επιβάλλουν περικοπή δαπανών, απαγόρευση προσλήψεων και εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε ιδιώτες.
  2. Από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων κάθε υπηρεσιακής μονάδας και των καθηκόντων του προσωπικού, ανάλογα με την ειδικότητα, τα προσόντα και το λόγο για τον οποίο προσλήφθηκε, με στόχο να μη διαχέονται οι ευθύνες και να ελέγχονται οι υπηρεσίες και το προσωπικό για την ανταπόκριση και την εκτέλεση των καθηκόντων τους απέναντι στην κοινωνία. Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα υπερασπίζεται τα δικαιώματα των εργαζομένων και θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο γενικά και ιδιαίτερα στις κοινωνικές υπηρεσίες της Υγείας, της Παιδείας, της Πρόνοιας, της Ασφάλισης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δεν βρίσκονται εκεί για να αναπαράγουν της θέση τους, αλλά για να προσφέρουν καλές υπηρεσίες στους πολίτες και στους χρήστες αυτών των υπηρεσιών.
  3. Από την προώθηση ενός συστήματος, όσο το δυνατόν στις σημερινές συνθήκες αντικειμενικού, για τις κρίσεις των προϊσταμένων σ’ όλη την κλίμακα της Δημόσιας Διοίκησης, αφαιρώντας από την πολιτική εξουσία το δικαίωμα της ανάθεσης θέσεων ευθύνης και της τοποθέτησης διευθυντών και προϊσταμένων χωρίς διαδικασίες κρίσης από τα υπηρεσιακά συμβούλια. Η κυβέρνηση και η υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ. Γεροβασίλη, που αρέσκονται να μιλούν για μεγάλες τομές στη Δημόσια Διοίκηση, συνεχίζουν να αναπαράγουν το ίδιο καθεστώς του διορισμού των αρεστών σ’ αυτούς υπηρεσιακών στελεχών, και όχι των ικανότερων, μέσα από ένα σύστημα κρίσεων από τα Υπηρεσιακά Συμβούλια. Δεν εφαρμόζουν όμως ούτε το νόμο που ψήφισαν, στον οποίο η υποκειμενική κρίση έχει βαρύνουσα σημασία έναντι των αντικειμενικών κριτηρίων, αφού πχ το πτυχίο ΑΕΙ βαθμολογείται με 100 μόρια, το διδακτορικό με 300 και η συνέντευξη με 1.000 μόρια!
  4. Από την κατάργηση όλων των θέσεων γενικών και ειδικών γραμματέων στα Υπουργεία, τους ΟΤΑ, τα Νοσοκομεία και τα ΝΠΔΔ, και την ανάδειξη στελεχών από την υπηρεσιακή ιεραρχία, που κατά τεκμήριο είναι καλύτεροι γνώστες των προβλημάτων. Είναι άλλο η δυνατότητα πρόσληψης ειδικών συμβούλων που έχει ανάγκη κάποιος υπουργός ή δήμαρχος και άλλο ο διορισμός μετακλητών υπαλλήλων και κομματικών στελεχών που ασκούν διοίκηση και προΐστανται των δημοσίων υπηρεσιών. Η κατάργηση των κομματικών εντολοδόχων σε συνδυασμό με την κατάργηση των χιλιάδων Διοικητικών Συμβουλίων των διάφορων οργανισμών, που είναι διακοσμητικά όργανα και χρησιμεύουν για τη δημιουργία ενός μηχανισμού συμφερόντων, πελατειακών σχέσεων και τακτοποίησης κομματικών φίλων, που δεν προσφέρουν καμιά ουσιαστική υπηρεσία στη λειτουργία του Δημοσίου, θα συμβάλλει στην αποκοπή του λώρου των κομματικών-πολιτικών παρεμβάσεων στη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, ενώ παράλληλα το Δημόσιο θα απαλλαγή από περιττές δαπάνες.

Θέσεις λοιπόν υπάρχουν, αν θέλουν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών του Δημοσίου προς τους πολίτες. Η κυβέρνηση και οι δανειστές όμως σκιαγραφούν ένα άλλο Δημόσιο, το οποίο από τη μια θα είναι προσδεδεμένο με την εξυπηρέτηση των μεγάλων συμφερόντων, με «fast track» διαδικασίες, χωρίς την τήρηση των στοιχειωδών κανόνων της εργατικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας, χωρίς σεβασμό στον πολιτισμό και στην ιστορία αυτού του τόπου, κι από την άλλη θα πηγαίνει με τον αραμπά, χωρίς να παρέχει ακόμα και τις στοιχειώδεις υπηρεσίες σε ό,τι έχει σχέση με τους πολίτες και την ελληνική κοινωνία.

Χαιρετίζουμε όλους τους εργαζόμενους που δεν κατέθεσαν το «φύλλο αξιολόγησης» και δεν υπέκυψαν στους εκβιασμούς και καλούμε όλους τους άλλους να το ξανασκεφτούν, γιατί σ’ ένα συρρικνωμένο Δημόσιο, χωρίς συναδελφική αλληλεγγύη και συλλογικότητα, το μέλλον για όλους θα είναι δυσοίωνο!

09-10-2017

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ