ΔΕΥΑ: Αποζημίωση υπαλλήλου ΙΔΑΧ λόγω συνταξιοδότησής του

Ελ. Συν. Κλιμ. Τμ. 7 Πράξη 312/2016

Περίληψη: α. Ανεξαρτήτως του αν η προβλεπόμενη από την ΕΣΣΕ της ΔΕΥΑ χρηματική παροχή συνιστά πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση, πέραν, δηλαδή, εκείνης του ν. 2112/1920 (αποζημίωση απόλυσης), και, συνεπώς δεν δύναται να υπερβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967, ποσοστό 15% του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης λόγω απόλυσης του άρθρου 2 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αυτό καθορίστηκε με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (15.000,00 ευρώ), ήτοι το ποσό των 2.250,00 ευρώ, ή αν συνιστά κίνητρο εθελούσιας εξόδου και, επομένως, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 ως προς το ύψος της, η εν λόγω παροχή μη νομίμως καταβλήθηκε στον οικειοθελώς αποχωρήσαντα Γενικό Διευθυντή της δημοτικής επιχείρησης βάσει του θεωρημένου από τον Επίτροπο χρηματικού εντάλματος πληρωμής της ΔΕΥΑ. Τούτο διότι ο όρος της ΕΣΣΕ της ΔΕΥΑ περί καταβολής της παροχής αυτής είχε παύσει να ισχύει κατά το χρόνο αποχώρησης (20.4.2016) του υπαλλήλου από την υπηρεσία.

β. Ο φερόμενος ως δικαιούχος του επίμαχου χρηματικού εντάλματος υπάλληλος δεν δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. α΄ του ν. 3198/1955 αποζημίωση, καθόσον αυτός έχει ήδη εισπράξει μη νομίμως, την προβλεπόμενη από την Ε.Σ.Σ.Ε. χρηματική παροχή, το ποσό της οποίας (48.194,71 – 319,48 οι κρατήσεις = 47.875,23 ευρώ) υπερκαλύπτει εκείνο των 15.000,00 ευρώ, που εντέλλεται με το υπό κρίση χρηματικό ένταλμα. Η παρούσα πράξη πρέπει να γνωστοποιηθεί στον Υπουργό των Οικονομικών, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 48 παρ.12 του ν.4129/2013 «Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο» (φ.52Α΄). Μη νόμιμη δαπάνη.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΔΑΠΑΝΩΝ
ΣΤΟ VIΙ ΤΜΗΜΑ – ΠΡΑΞΗ 312/2016

Αποτελούμενο από την Πρόεδρο του Κλιμακίου Δέσποινα Καββαδία -Κωνσταντάρα, Σύμβουλο και τα μέλη Μαρία Ζέρβα, Πάρεδρο και, κωλυομένων των λοιπών Παρέδρων, την Εισηγήτρια Κυριακή Βλαχέα, Εισηγήτρια.

Συνήλθε στην αίθουσα διασκέψεων του Kαταστήματός του, που βρίσκεται στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2016 με την παρουσία του Γραμματέα του, για να αποφανθεί, ύστερα από σχετική διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό XXX και του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης – Αποχέτευσης XXX», αν πρέπει να θεωρηθεί το 26Α, οικονομικού έτους 2016, χρηματικό ένταλμα του ως άνω φορέα.

Αφού μελέτησε τα στοιχεία του φακέλου
και
έλαβε υπόψη

Την 185/12.8.2016 έγγραφη γνώμη του Παρέδρου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Γεωργίου Παπαϊσιδώρου, σύμφωνα με την οποία το υπό κρίση χρηματικό ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί.

Σκέφθηκε κατά το νόμο

I. Ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό XXX αρνήθηκε, με τη 17/1.7.2016 πράξη του, να θεωρήσει το 26Α, οικονομικού έτους 2016, χρηματικό ένταλμα πληρωμής της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης – Αποχέτευσης XXX (εφεξής: XXX), ποσού 15.000,00 ευρώ, το οποίο αφορά στην καταβολή στο φερόμενο ως δικαιούχο XXX, υπάλληλο της δημοτικής επιχείρησης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αποζημίωσης, λόγω αποχώρησής του από την υπηρεσία, με συγκατάθεση του εργοδότη και μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας, βάσει των διατάξεων του άρθρου 8 εδ. α΄ του ν. 3198/1955 (Α΄ 98). Ως αιτιολογία της άρνησής του, ο Επίτροπος προέβαλε ότι η εντελλόμενη με το ως άνω χρηματικό ένταλμα δαπάνη, που αφορά, σύμφωνα με αυτά που αναγράφει στην πράξη επιστροφής, στην καταβολή αποζημίωσης στον ανωτέρω υπάλληλο του ν.π.ι.δ. λόγω αποχώρησής του από την επιχείρηση μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης απ’ αυτόν πλήρους σύνταξης γήρατος, βάσει των διατάξεων του άρθρου 8 εδ. β΄ του ν. 3198/1955, δεν είναι κανονική, διότι μεταξύ των επισυναπτόμενων στο χρηματικό ένταλμα δικαιολογητικών δεν περιλαμβάνεται και σχετική απόφαση οριστικής συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου λόγω γήρατος, από την οποία να προκύπτει με βεβαιότητα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και, κατ’ επέκταση, και της εντελλόμενης αποζημίωσης. Στην ως άνω άρνησή του ενέμεινε ο Επίτροπος και μετά την επανυποβολή του επίμαχου χρηματικού εντάλματος από τη XXX, με το 5211/22.7.2016 έγγραφο της Γενικής Διευθύντριας αυτής, με συνέπεια να ανακύψει διαφωνία, για την άρση της οποίας νομίμως απευθύνεται, με την από 4.8.2016 έκθεσή του, στο Κλιμάκιο τούτο.

II. Α. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1069/1980 «Περί κινήτρων διά την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως» (Α΄ 191) και του άρθρου 252 παρ. 1, 4 και 5 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114), η XXX, η οποία συνεστήθη με το π.δ. 1180/1980 (Α΄ 303), αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με κοινωφελή χαρακτήρα και, ειδικότερα, δημοτική επιχείρηση ειδικού σκοπού, η οποία διέπεται κατ’ αρχήν από τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, εκτός εάν από διάταξη νόμου ορίζεται διαφορετικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ως άνω ν. 1069/1980 και το άρθρο 1 παρ. 2 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της XXX, που εγκρίθηκε με την 5801/23.3.2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας XXX, B’ XXX (βλ. και άρθρο 1 παρ. 2 της ΕΣ. 148/7.2.1991 απόφασης του Νομάρχη XXX, B’ XXX), το τακτικό προσωπικό της ως άνω δημοτικής επιχείρησης συνδέεται με αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Β. Το άρθρο 8 εδ. α΄ του ν. 3198/1955 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων» ορίζει ότι: «Μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920, (…) αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν.2112/20 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή του Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι υπάλληλος Δ.Ε.Υ.Α. α) που συνδέεται μ’ αυτήν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και β) έχει συμπληρώσει δεκαπέντε (15) έτη υπηρεσίας στην επιχείρηση, εφόσον γ) συμφωνεί η εργοδότρια επιχείρηση (δια του αρμοδίου, κατά τον Ο.Ε.Υ. της, οργάνου), μπορεί να αποχωρήσει από την εργασία του, δικαιούμενος να λάβει το μισό (50%) της αποζημίωσης που θα έπαιρνε σε περίπτωση απροειδοποίητης απόλυσής του. Το ύψος δε της ως άνω οφειλόμενης αποζημίωσης καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2112/1920 «περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων» (Α΄ 67), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο πρώτο, υποπαρ. ΙΑ.12 περ. 2 και 3, του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας του υπαλλήλου στον ίδιο εργοδότη. Ενώ, με το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 (Α΄ 189), προβλέπεται και για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, στις οποίες, ως εκ της ζωτικής σημασίας των υπηρεσιών που παρέχουν στο κοινωνικό σύνολο εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητάς τους, συγκαταλέγονται και οι Δ.Ε.Υ.Α. (βλ. πρακτ. 6ης Γεν.Συν./19.2.2014 Ολ. Ε.Σ., Θέμα Β΄), ανώτατο όριο καταβαλλόμενης αποζημίωσης, το οποίο, ήδη, με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (Α΄ 111), ορίζεται στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ (βλ. Ε.Σ. πράξ. Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο VII Τμ. 146/2015).

Γ. Περαιτέρω, το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 (Α΄ 251), με το οποίο αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ/τος 3789/1957 (Α΄ 210), ορίζει ότι: «Μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τα προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν’ αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν’ αποχωρώσι είτε ν’ απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τα περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι, τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου. Δια την κατά τ’ ανωτέρω χορηγουμένην, εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.Δ. 3198/1955 ως και των διατάξεων του Ν. 2112/1990 «περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων» ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, και του Β.Δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920 «περί επεκτάσεως του Ν. 2112 «περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων» και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν»». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι υπάλληλος Δ.Ε.Υ.Α. μπορεί να αποχωρήσει από την εργασία του όταν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από τον οικείο ασφαλιστικό του οργανισμό. Ο ως άνω αποχωρήσας υπάλληλος δικαιούται να λάβει, αν είναι επικουρικώς ασφαλισμένος, τα 40%, ενώ ο μη ασφαλισμένος επικουρικώς, τα 50%, της αποζημίωσης που δικαιούται κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη (βλ. ΑΠ 214/2014, 114/2009, 1147/1992). Για την καταβολή όμως της ως άνω αποζημίωσης πρέπει να προσκομίζεται η απόφαση οριστικής συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου λόγω γήρατος, από την οποία προκύπτει με βεβαιότητα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους σύνταξης (βλ. Ε.Σ. πράξ. Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο VII Τμ. 69/2016, 330, 277, 145/2015 κ.ά.).

Δ. Τέλος, η παρ. 3 του ίδιου άρθρου (5 του ν. 435/1976) ορίζει ότι: «Tυχόν ευνοϊκότεροι δια τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι εις άλλας διατάξεις, συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικάς συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος». Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955, A΄ 125, 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, Α΄ 27, 8 παρ. 1 του ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του εργαζομένου, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδαφίου α΄ του παραπάνω άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο, όπως και το ανωτέρω άρθρο 5 (παρ. 1) του ν. 435/1976, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων. Ενόψει τούτων και του άρθρου 361 του Α.Κ., αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου συμφωνήθηκε η λύση της σύμβασης εργασίας με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του νόμου 3198/1955, τότε κατισχύουν οι όροι αυτοί και ο εργαζόμενος, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει επιπλέον των παροχών που έλαβε και την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 εδ. α΄ αποζημίωση (βλ. ΑΠ 70/2016, 273/2015, 1208/2009, 599/2004, 1275/2002, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, εκδ. 2011, σελ. 1242-1246).

III. Στην προκειμένη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα:

α. Το άρθρο 7 της τετραετούς επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας (2007-2010) (στο εξής: Ε.Σ.Σ.Ε.) της XXX, η οποία εγκρίθηκε με τη 224/19.11.2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της XXX, προβλέπει τα εξής: «Κίνητρα εθελούσιας εξόδου. Σε όλο το προσωπικό της XXX, με σκοπό την διευκόλυνση της επιχείρησης για την ανανέωση του προσωπικού δίδεται η δυνατότητα αποχώρησης από την Επιχείρηση πριν την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο, χρηματική παροχή, όπως καθορίζεται παρακάτω. Η χρηματική παροχή καταβάλλεται στους εργαζόμενους που αποχωρούν οικειοθελώς από την Επιχείρηση, ανεξάρτητα από το εάν στοιχειοθετούν δικαίωμα συνταξιοδότησης ή όχι, πριν τη συμπλήρωση του ορίου που ορίζεται παραπάνω και εφόσον έχουν συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία στη XXX τουλάχιστον δεκαπέντε (15) έτη. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ: Για 1 έτος πριν το 65ο έτος ηλικίας 4ΧαΧβ/35 (…) Για > 10 έτη πριν το 65ο έτος ηλικίας 18,5ΧαΧβ/35 όπου, (α) το σύνολο ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών την ημέρα αποχώρησης, και (β) τα χρόνια προϋπηρεσίας στη XXX». Περαιτέρω, το άρθρο 3 της διετούς Ε.Σ.Σ.Ε. (1.1.2014-31.12.2015) της XXX, η οποία εγκρίθηκε με την 92/16.4.2014 απόφαση του Δ.Σ. της XXX ορίζει τα εξής: «Οι όροι της παρούσας σύμβασης λειτουργούν συμπληρωματικά με τους ήδη ισχύοντες όρους του Ο.Ε.Υ. της XXX, των αποφάσεων του Δ.Σ. της επιχείρησης καθώς και των προηγούμενων Ε.Σ.Σ.Ε. (…)». Μετά δε το άρθρο 2 παρ. 4 της Π.Υ.Σ. 6/2012 (Α΄ 38), με το οποίο αφενός η εξάμηνη παράταση της ισχύος συλλογικής σύμβασης εργασίας μετά τη λήξη ή την καταγγελία της, που προβλεπόταν στην παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, έγινε, πλέον, τρίμηνη και αφετέρου ορίστηκε ότι από τους κανονιστικούς όρους, μισθολογικούς και μη, της παρ. 5 του άρθρου 9 του ίδιου ως άνω νόμου μετενεργούν μόνο όσοι αφορούν στο βασικό μισθό και σε τέσσερα συγκεκριμένα επιδόματα (ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας), ο ανωτέρω όρος της Ε.Σ.Σ.Ε. της XXX περί καταβολής της εν λόγω χρηματικής παροχής εξακολούθησε να ισχύει για ένα τρίμηνο από τη λήξη της Ε.Σ.Σ.Ε., ήτοι μέχρι 31.3.2016 (βλ. ΣτΕ Ολομ. 2307/2014, σκέψεις 26-30).

β. Ο φερόμενος ως δικαιούχος του επίμαχου χρηματικού εντάλματος πληρωμής, XXX, Πολιτικός Μηχανικός, προσλήφθηκε με την από 1.3.1985 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στη XXX στη θέση του Γενικού Διευθυντή της επιχείρησης. Στις 24.12.2015 υπέβαλε τη με αριθμ. πρωτ. 9963 σχετική αίτηση οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία και καταβολής της προβλεπόμενης από την Ε.Σ.Σ.Ε. χρηματικής παροχής. Το Δ.Σ. της XXX, με την 23/22.3.2016 απόφασή του, έκανε αποδεκτή την άνω αίτησή του, υπό τους εξής όρους: «α. Να δοθεί η άδειά του, την οποία δικαιούται, από 22.3.2016 έως εξαντλήσεώς της. β. Να κατατεθεί εισήγηση από την Υπηρεσία Διοικητικού, καθώς και γνωμοδότηση από δικηγόρο, σχετικά με τα δικαιώματα του Γενικού Διευθυντή τα οποία απορρέουν από τον ΟΕΥ και την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της XXX». Ακολούθησε η 2362/18.4.2016 εισήγηση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διοικητικού περί παροχής κινήτρων για την αποχώρηση από την επιχείρηση του Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με την οποία αφενός ο ανωτέρω υπάλληλος, με την 9963/24.12.2015 αίτησή του, δήλωσε ως ημερομηνία οικειοθελούς αποχώρησης την 31η.7.2016 και αφετέρου αυτός δικαιούται να λάβει από την επιχείρηση «1. Αποζημίωση λόγω αποχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 7 της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης της XXX περιόδου 2007-2010 το ποσό των €45.684,09 (…) 2. Αποζημίωση σύμφωνα με τον Ν.3144/2003, όπως εφαρμόζεται σήμερα, με το άρθρο 21§13. Το ύψος της χορηγηθείσας αποζημίωσης είναι €15.000,00 (…) 3. Πρόσθετη αποζημίωση σύμφωνα με τον Ν.2112/1920 και του άρθρου 3 Α.Ν.173/31.10.1967 στο ποσό των €2.250,00 (η αποζημίωση αυτή δίδεται σε περίπτωση μη διεκδίκησης της αποζημίωσης του άρθρου 7 της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης της XXX δηλαδή τα €45.684,09). 4. (…) υπόλοιπο αδειών 44 ημέρες από τις 30/04/2016 μέχρι λήξεως της άδειάς του 05/07/2016 ως εξής: (…) Σύνολο (…) = €13.820,50». Στη συνέχεια, το Δ.Σ. της XXX, με την 87/20.4.2016 απόφασή του, αποδέχτηκε την αίτηση οικειοθελούς αποχώρησης του φερόμενου ως δικαιούχου και όρισε ως ημερομηνία λύσης της σύμβασής του την 20η.4.2016.

γ. Ακολούθησε η 2813/12.5.2016 εισήγηση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διοικητικού με θέμα «Κύρια αποζημίωση αποχωρούντος υπαλλήλου κ. XXX » στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Βάσει των όσων ορίζονται στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, οι μισθωτοί που έχουν συμπληρώσει 15ετή προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, δικαιούνται κατά την αποχώρησή τους, το ήμισυ της αποζημίωσης που ορίζεται από τον Ν. 2112/1920. (…)». Με βάση την εισήγηση αυτή, εκδόθηκε το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα (26Α/2016) με το οποίο εντέλλεται η καταβολή στο φερόμενο ως δικαιούχο ποσού 15.000,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη, από τα μνημονευθέντα στη σκέψη II.Β της παρούσας άρθρα 8 εδ. α΄ του ν. 3198/1955 και 3 του ν. 2112/1920 αποζημίωση (48.000,00 ευρώ: ποσό αποζημίωσης που θα έπαιρνε σε περίπτωση απροειδοποίητης απόλυσης Χ 50% = 24.000,00 ευρώ, μειωμένης σύμφωνα με το νυν ισχύον σχετικό ανώτατο όριο, ήτοι 15.000,00 ευρώ).

δ. Τέλος, εκδόθηκε το 36Α, οικονομικού έτους 2016, χρηματικό ένταλμα πληρωμής της XXX, ποσού 48.194,71 ευρώ, το οποίο αφορά στην καταβολή «αποζημίωσης λόγω αποχώρησης» όπως αυτό επιγράφεται, στον οικειοθελώς αποχωρήσαντα Γενικό Διευθυντή της ως άνω δημοτικής επιχείρησης. Το χρηματικό αυτό ένταλμα, με το οποίο εντέλλεται η καταβολή στον ανωτέρω υπάλληλο της προβλεπόμενης από την Ε.Σ.Σ.Ε. χρηματικής παροχής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο 2812/12.5.2016 έγγραφο του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διοικητικού, θεωρήθηκε από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό XXX.

IV. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα:

Α. Παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας ή μη του λόγου διαφωνίας του Επιτρόπου, καθώς αυτός ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα εντέλλεται στον ανωτέρω υπάλληλο του ν.π.ι.δ. η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. β΄ του ν. 3198/1955 αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης.

Β. Ανεξαρτήτως του αν η προβλεπόμενη από την Ε.Σ.Σ.Ε. της XXX χρηματική παροχή συνιστά πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση, πέραν, δηλαδή, εκείνης του ν. 2112/1920 (αποζημίωση απόλυσης), και, συνεπώς δεν δύναται να υπερβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967, ποσοστό 15% του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης λόγω απόλυσης του άρθρου 2 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αυτό καθορίστηκε με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (15.000,00 ευρώ), ήτοι το ποσό των 2.250,00 ευρώ (βλ. Ε.Σ. πρακτ. 6ης Γεν.Συν./19.2.2014 Ολ., Θέμα Β΄, πράξ. VII Τμ. 13/2014, Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο VII Τμ. ad hoc 111/2014, 179/2013), ή αν συνιστά κίνητρο εθελούσιας εξόδου και, επομένως, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 ως προς το ύψος της (βλ. Ε.Σ. πράξ. VII Τμ. 39/2014), η εν λόγω παροχή μη νομίμως καταβλήθηκε στον οικειοθελώς αποχωρήσαντα Γενικό Διευθυντή της δημοτικής επιχείρησης βάσει του θεωρημένου από τον Επίτροπο 36Α/2016 χρηματικού εντάλματος πληρωμής της XXX. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη III.α της παρούσας, ο όρος της Ε.Σ.Σ.Ε. της XXX περί καταβολής της παροχής αυτής είχε παύσει να ισχύει κατά το χρόνο αποχώρησης (20.4.2016) του υπαλλήλου από την υπηρεσία (πρβλ. Α.Π. 478/2007, 44/2006, 416/1994, 414/1991, Ε.Σ. πράξ. I Τμ. 51/2015, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, εκδ. 2011, σελ. 1241-1242, 1245-1246).

Γ. Ο φερόμενος ως δικαιούχος του επίμαχου χρηματικού εντάλματος υπάλληλος δεν δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. α΄ του ν. 3198/1955 αποζημίωση, καθόσον αυτός έχει ήδη εισπράξει μη νομίμως, κατά τα ανωτέρω, την προβλεπόμενη από την Ε.Σ.Σ.Ε. χρηματική παροχή, το ποσό της οποίας (48.194,71 – 319,48 οι κρατήσεις = 47.875,23 ευρώ) υπερκαλύπτει εκείνο των 15.000,00 ευρώ, που εντέλλεται με το υπό κρίση χρηματικό ένταλμα.

V. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εντελλόμενη με το 26A, οικονομικού έτους 2016, χρηματικό ένταλμα πληρωμής της XXX, δαπάνη δεν είναι νόμιμη και αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί. Περαιτέρω, η παρούσα πράξη πρέπει να γνωστοποιηθεί στον Υπουργό των Οικονομικών, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 48 παρ.12 του ν.4129/2013 «Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο» (φ.52Α΄).

Για τους λόγους αυτούς

Αποφαίνεται ότι το 26A, οικονομικού έτους 2016, χρηματικό ένταλμα πληρωμής της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης – Αποχέτευσης XXX (XXX), ποσού 15.000,00 ευρώ, δεν πρέπει να θεωρηθεί, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ