Η επιτροπή «σοφών» και ο «άταφος νεκρός»

kouzis giannis

Από το Γιάννη Κουζή

Η δημοσιοποίηση του πορίσματος της επιτροπής «σοφών» για τα εργασιακά ανοίγει τον δρόμο για τη διαπραγμάτευση που θέτει το τρίτο μνημόνιο. Τα τρία κεντρικά ερωτήματα που γεννώνται συμπυκνώνονται στα ακόλουθα, υπό το βάρος πάντα των ρητών δεσμεύσεων.

 1) Τι ζητούν οι δανειστές;

2) Τι προβλέπει το πόρισμα της επιτροπής;

3) Τι διεκδικεί η κυβέρνηση και αν θέτει συγκεκριμένες «κόκκινες» γραμμές; Οι δεσμεύσεις του τρίτου μνημονίου ρητά προβλέπουν

α) την έγκριση των δανειστών για οποιαδήποτε αλλαγή στη νομοθεσία,

β) τη μη επιστροφή στην προ μνημονίων «αντιαναπτυξιακή» νομοθεσία,

γ) την επανεξέταση της νομοθεσίας για τον συνδικαλισμό και τις απεργίες, για τις ομαδικές απολύσεις και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις,

δ) την όποια επανεξέταση στη βάση των βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών. Το πλαίσιο αυτό είναι ιδιαίτερα ασφυκτικό από την επιβολή της άποψης των δανειστών που δεν αφήνουν περιθώρια κατάργησης των δεκάδων μνημονιακών αντεργατικών διατάξεων.

Επίσης η επανεξέταση στη βάση των βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών, σύμφωνα με την ερμηνεία των δανειστών, παραπέμπει στις πολιτικές εργασιακής απορρύθμισης που βιώνει τις τελευταίες δεκαετίες ο ευρωπαϊκός χώρος, που αποδιαρθρώνουν το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο χάριν της ανταγωνιστικότητας, με ενδεικτικά τα πρόσφατα παραδείγματα της Γαλλίας και του Βελγίου.

Παράλληλα αποδεικνύεται ότι η μονομερής καταγγελία των θέσεων του ΔΝΤ στα θέματα της αγοράς εργασίας, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις εθνικές και κοινοτικές ευρωπαϊκές ηγεσίες, δέσμιες και αυτές των πολυεθνικών, είναι πολιτικά τουλάχιστον άστοχη.

Ενόψει της διαπραγμάτευσης οι δανειστές, στέλνοντας σχετικό κείμενο στις αρχές του καλοκαιριού προς την ελληνική πλευρά, γνωστοποιούν τις προθέσεις τους υπερασπιζόμενοι απόλυτα το σύνολο των μνημονιακών μέτρων που ισοπέδωσαν την εργασία. Επιμένουν στη διατήρησή τους ακόμη και για τα θέματα των υπό επανεξέταση συλλογικών συμβάσεων, ενώ ανοίγουν τη συζήτηση για συγκεκριμένες αλλαγές στις ομαδικές απολύσεις και στον συνδικαλιστικό/απεργιακό νόμο.

Το πόρισμα της επιτροπής των Ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα για τη διαπραγμάτευση, δεν είναι ομόφωνο, περιλαμβάνοντας και απόψεις ταυτισμένες με εκείνες των δανειστών.

Επισημαίνει τη μη ανάγκη αλλαγών στον απεργιακό νόμο αποδεχόμενο την ισχύουσα έμμεση εφαρμογή της ανταπεργίας, ενώ για τις ομαδικές απολύσεις προωθεί την αντικατάσταση της έγκρισής τους από το υπουργείο Εργασίας από ένα κοινωνικό σχέδιο για τους απολυμένους ως συνήθη ευρωπαϊκή πρακτική με πολλές επικρίσεις για την ουσιαστική αποτελεσματικότητά της, που ενισχύονται από τις ελλιπέστατες ελληνικές δομές επανένταξης των ανέργων όταν κατά τα ¾ βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.

Για τον κατώτατο μισθό, και ανεξάρτητα από τον τρόπο διαμόρφωσής του, αφήνει περιθώρια ευέλικτης διακύμανσης πέραν των αρχικών ορίων ανάλογα με την οικονομική συγκυρία και προτείνει τη διατήρηση της διάκρισης του «υποκατώτατου» μισθού για τους νέους.

Τέλος, στα θέματα των συλλογικών διαπραγματεύσεων προτείνει εκλεπτυσμένες εκδοχές των μνημονιακών παρεμβάσεων στα κρίσιμα θέματα της επέκτασης, της άρσης της αρχής της εύνοιας, της παράτασης ισχύος των ΣΣΕ και της μετενέργειας, αφήνοντας ανοιχτή την παρουσία της καρικατούρας συλλογικότητας των ενώσεων προσώπων και περιορίζοντας ως «έσχατη λύση» τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία.

Με διατυπωμένες τις αρχικές θέσεις των δανειστών που δεν συνηθίζουν να ευαισθητοποιούνται από όποια επιστημονική τεκμηρίωση αποκλίνει από τα ιδεολογήματα και τις κρυφές τους προθέσεις, είναι αναμενόμενη η στάση τους κατά τη διαπραγμάτευση, πόσο μάλλον που το σχετικό πόρισμα δεν παρουσιάζει σοβαρές αποκλίσεις από τη λογική τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, ζητούμενη είναι η θέση της κυβέρνησης απέναντι στη διαπραγμάτευση κυρίως ως προς τα συγκεκριμένα σημεία που τίθενται πέραν των γενικόλογων αναφορών. Γιατί, για παράδειγμα, ο στόχος της αποκατάστασης των συλλογικών συμβάσεων χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο αποτελεί μια απλή διακήρυξη εφόσον και σήμερα συλλογικές συμβάσεις τυπικά υπάρχουν.

Η ουσία της αποκατάστασης απαιτεί τη συνοχή και τη συνάρθρωση των όρων λειτουργίας τους, όπως επιχείρησε νομοσχέδιο της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, καταργώντας τις 14 μνημονιακές διατάξεις απορρύθμισης του συστήματος και βελτιώνοντας με νέα στοιχεία τα ισχύοντα προ μνημονίων.

Το νομοσχέδιο αυτό, αποκτώντας ιδιαίτερη δημοσιότητα το πρώτο εξάμηνο του 2015, ως η πρώτη θεσμική παρέμβαση για τη σταδιακή αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων σύμφωνα με τις τότε προεκλογικές εξαγγελίες, ουδέποτε κατατέθηκε στη Βουλή σε μια ευνοϊκότερη πολιτική συγκυρία, λόγω του φόβου των αντιδράσεων των δανειστών, και έκτοτε ως «άταφος νεκρός» παραμένει στα αζήτητα και στη σκόπιμη λήθη.

Μόνες αντιδράσεις σε αυτή τη λήθη εκείνες του κορυφαίου επιστημονικού περιοδικού «Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου», που πρόσφατα αφιέρωσε χώρο στο ξεχασμένο εγχείρημα (τ. Ιουλ.-Αυγ. 2016), όπως και η δημόσια στήριξη των συναδέλφων καθηγητών Τραυλού-Τζανετάτου και Καζάκου.

Η θέση της κυβέρνησης είναι προφανέστατα ιδιαίτερα δυσχερής, όμως οφείλει συγκεκριμένες απαντήσεις και δεσμεύσεις, που μέχρι τώρα απουσιάζουν, στα επίμαχα ζητήματα της διαπραγμάτευσης. Και βεβαίως, πρωτοβουλίες για εθνικό μέτωπο στα εργασιακά είναι πολιτικά νεφελώδεις, όταν είναι γνωστό ότι οι δανειστές έχουν ισχυρά στηρίγματα σε επιχειρηματικούς κύκλους στην Ελλάδα που, ανεξάρτητα από γενικόλογες τοποθετήσεις, έχουν σημαντικότατη συμβολή στις κρίσιμες λεπτομέρειες…

Πηγή: efsyn.gr

* Ο Γιάννης Κουζής είναι καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων Παντείου Πανεπιστημίου.

Διαβάστε επίσης : Το πόρισμα της επιτροπής «σοφών» για το εργασιακό να μας κάνει σοφότερους στον αγώνα για την ανατροπή του 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ