Είναι η μετενέργεια η κύρια πτυχή της αποδιάρθρωσης των συλλογικών συμβάσεων;

kouzis

Του Γιάννη Κουζή*

Το τελευταίο διάστημα το ζήτημα της μετενέργειας συγκεντρώνει το κύριο βάρος, αν δεν μονοπωλεί το ενδιαφέρον, αναφορικά με την ασκούμενη κριτική για την αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων (ΣΣΕ). Η έμφαση, ωστόσο, αν όχι η προσήλωση στο ζήτημα της μετενέργειας, αναδεικνύει αυτή σε κυρίαρχο συστατικό στοιχείο των πολιτικών απορρύθμισης αφήνοντας στο περιθώριο ουσιαστικότερες θεσμικές παρεμβάσεις των δύο Μνημονίων που υπηρετούν τα δόγματα της νεοφιλελεύθερης σκέψης με στόχο την αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων και την επιβολή όρων εξατομίκευσης των μισθών. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να επισημαίνεται το ευρύτατο πλέγμα ρυθμίσεων που οδηγούν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα ακόμη και στην περίπτωση κατάργησης του πρόσφατου μέτρου σχετικά με τη μετενέργεια. Και εξηγούμαστε:

Ο ρόλος της μετενέργειας

α) Κατ’ αρχήν ο θεσμός της μετενέργειας, με διαφορετικό όμως περιεχόμενο, υπήρχε και πριν από τα μέτρα του Φεβρουαρίου. Αφορούσε στην μεταφορά του συνόλου των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων στις ατομικές συμβάσεις εργασίας έξι μήνες μετά τη λήξη ή την καταγγελία τους αν δεν υπογραφεί νέα συλλογική σύμβαση. Αυτό σημαίνει πως οι εργοδότες όφειλαν να σέβονται αναντίρρητα τους όρους αυτούς κατά το εν λόγω εξάμηνο, διατηρώντας το δικαίωμα, μετά την παρέλευσή του, να ζητήσουν την τροποποίησή τους με ατομική συμφωνία μέχρι του επιπέδου του γενικού κατώτατου μισθού.

Με τη νέα ρύθμιση η εξάμηνη προθεσμία για την έλευση της μετενέργειας και την δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης, μειώνεται σε τρίμηνη, περιοριζόμενη πλέον στον ειδικό βασικό μισθό και σε 4 επιδόματα (ωρίμανσης, τέκνων, εκπαίδευσης, επικίνδυνης εργασίας), ενώ παράλληλα καταργούνται όλοι οι υπόλοιποι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ. Με αυτό τον τρόπο τα συνδικάτα πιέζονται να υπογράφουν σσε στη βάση των προτάσεων της εργοδοσίας για να αποφύγουν την παρέλευση του ασφυκτικού τριμήνου που θα τους στερήσει, επιπλέον, και από σημαντικό μέρος των θεσμικών τους κεκτημένων (π.χ. ωράρια, παροχές) και θα δώσει τη δυνατότητα στον εργοδότη να τροποποιήσει επί το δυσμενέστερον τους εναπομείναντες ατομικούς όρους εργασίας.

Επομένως μια πιθανή επιστροφή στην πρότερη κατάσταση κατά κύριο λόγο θα αφήσει μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια στα συνδικάτα να διαπραγματεύονται ενόψει της νέας ΣΣΕ και επιπλέον, σε περίπτωση αποτυχίας (ενδεχομένως και κακόπιστης) της συλλογικής διαπραγμάτευσης, θα διατηρήσει το σύνολο του περιεχομένου της λήξασας ΣΣΕ (και όχι μόνο τον βασικό μισθό και τα 4 επιδόματα), το οποίο όμως και πάλι η εργοδοτική πλευρά μπορεί στη συνέχεια να προσπαθήσει να αλλάξει και να επιβάλει δυσμενέστερους όρους με ατομική συμφωνία υλοποιώντας τον στόχο της εξατομίκευσης των εργασιακών σχέσεων.

Η βαρύνουσα σημασία των άλλων διατάξεων.

β) Ο συνδυασμός, όμως, μιας ποικιλίας ρυθμίσεων περί τις συλλογικές συμβάσεις δημιουργεί ένα εντελώς νέο καθεστώς στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων που μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά και χωρίς την επίμαχη ρύθμιση αναφορικά με την μετενέργεια, αν και αυτή συμβάλλει αναμφισβήτητα στην περαιτέρω επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων.

Πρόκειται για μέτρα που είτε αδυνατίζουν τον ρόλο των συλλογικών συμβάσεων, είτε αποδιαρθρώνουν την εσωτερική δομή και σχέση ανάμεσα στα επιμέρους είδη ΣΣΕ (εθνικό γενικό, κλαδικό, επιχειρησιακό, ομοιοεπαγγελματικό), είτε αποδυναμώνουν τους φορείς επίλυσης των συλλογικών διαφορών (ΟΜΕΔ) που αποτελούν ασπίδα στοιχειώδους προστασίας της εργασίας.

Ειδικότερα, πρόκειται για τα ακόλουθα μέτρα της τελευταίας διετίας που επιβάλλουν τη συνολική μείωση, διολίσθηση και σύγκλιση του συνόλου των μισθών προς τα γενικά κατώτατα επίπεδα, τα οποία έχουν σημαντικά υποχωρήσει από τον Φεβρουάριο του 2012 κατά 22% (και κατά 32% για τους νέους έως 25 ετών):

Η αναστολή επέκτασης

1) Η αναστολή της δυνατότητας επέκτασης της εφαρμογής των κλαδικών και ομοιεπαγγελματικών συμβάσεων στο σύνολο των επιχειρήσεων όταν οι υπογράφουσες εργοδοτικές ενώσεις απασχολούν τουλάχιστον το 51% των εργαζομένων του αντίστοιχου κλάδου ή επαγγέλματος.

Η διατήρηση του μνημονικού μέτρου δημιουργεί διαφορετικές ταχύτητες μισθών στον ίδιο κλάδο ανάμεσα σε επιχειρήσεις μέλη των εργοδοτικών ενώσεων και στις υπόλοιπες ενισχύοντας την τάση «αποσυνδικαλιστικοποίησης» των εργοδοτών προκειμένου να μην δεσμεύονται από ΣΣΕ, αλλά και τον αθέμιτο ανταγωνισμό ανάμεσα σε εκείνες που εφαρμόζουν τις κλαδικές συμβάσεις και σε εκείνες που αμείβουν το προσωπικό τους με με χαμηλότερους μισθούς και με όριο τον γενικό κατώτατο μισθό.

2) Η άρση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης υπέρ του εργαζομένου σε περίπτωση συρροής συλλογικών συμβάσεων παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής δυσμενέστερου περιεχομένου επιχειρησιακών συμβάσεων σε βάρος των αντίστοιχων κλαδικών καταργώντας αυτή τη βασική αρχή του εργατικού δικαίου.

Η διατήρηση αυτού του μέτρου περιορίζει σημαντικά τα οφέλη από την κατάργηση του αμέσως προηγούμενου γιατί ακόμα και αν επανέλθει ο θεσμός της επέκτασης θα υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο της διάβρωσης των κλαδικών συμβάσεων με δυσμενέστερες επιχειρησιακές που δεν θα έχουν ως κατώτατο όριο τον κλαδικό αλλά τον γενικό κατώτατο μισθό.

3) Η υποβάθμιση του ρόλου του ΟΜΕΔ ως εργαλείου επίλυσης των συλλογικών διαφορών σε περίπτωση αδιεξόδου των συλλογικών διαπραγματεύσεων συνοδεύεται από σημαντική ενίσχυση της εργοδοτικής πλευράς.

Η εξέλιξη αυτή δεν περιορίζεται στ η ρητή νομοθετική σύσταση προς τους μεσολαβητές – διαιτητές να υπηρετούν τις ανάγκες μείωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας χάριν της ανταγωνιστικότητας αλλά εστιάζεται σε δύο σημαντικές ρυθμίσεις που αφορούν στον θεσμό της διαιτησίας. Σε εκείνη της κατάργησης της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής σε αυτήν σε περίπτωση που η εργοδοτική πλευρά αρνείται την πρόταση του μεσολαβητή, αλλά και στον περιορισμό της αρμοδιότητας της διαιτησίας στο επίπεδο του βασικού μισθού της κρινόμενης συλλογικής διαφοράς και όχι στο σύνολό της αφήνοντας μετέωρα τα επιδόματα και όλο το θεσμικό μέρος των διεκδικήσεων αλλά και μακρόχρονων κατακτήσεων των εργαζομένων.

Με αυτό τον τρόπο και με αιωρούμενες τις συλλογικές διαφορές η μετενέργεια, είτε μετά από 3 είτε μετά από 6 μήνες, θα επιφέρει τα ίδια οδυνηρά για τους εργαζόμενους αποτελέσματα.

Η κατάργηση της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης

4) Η ουσιαστική κατάργηση της αρμοδιότητας της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης να ορίζει τον γενικό κατώτατο μισθό, που στο εξής ορίζεται με νόμο, ώστε να επιτυγχάνεται η διαρκής μείωσή του.

5) Η ρητή απαγόρευση των αυξήσεων και ωριμάνσεων έως ότου το διαρκώς αυξανόμενο επίσημο ποσοστό της ανεργίας (22% σήμερα) μειωθεί κάτω από το 10% (μη αναμενόμενο πριν από 2022), εισάγει πρόσθετους περιορισμούς στη συλλογική αυτονομία παγώνοντας επί μακρόν τους ονομαστικούς μισθούς εξανεμίζοντάς τους από την ακρίβεια.

Η καταγεγραμμένη εικόνα στην αγορά εργασίας από την διετή εφαρμογή των νόμων του πρώτου Μνημονίου και τη μόλις τετράμηνη εφαρμογή των νόμων του δευτέρου είναι βαθιά αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τον ΣΕΠΕ στον ιδιωτικό τομέα οι μισθοί της πλήρους απασχόλησης σε διάστημα 3,5 μηνών έχουν, μεσοσταθμικά, μειωθεί κατά 23,5%, με συλλογικούς και ατομικούς όρους. Επίσης κατά την τελευταία διετία η μείωση των μισθών (μέχρι και 60%) επέρχεται και μέσα από τη μαζική μετατροπή της πλήρους σε μερική απασχόληση και σε εκ περιτροπής εργασία (αύξηση κατά 355% και κατά 14.000%!!! αντίστοιχα).

Για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει να βρίσκεται στο στόχαστρο των δυνάμεων της εργασίας το σύνολο των μνημονιακών νόμων, που απορρυθμίζουν τις συλλογικές συμβάσεις, διατηρώντας τον τύπο αλλά καταργώντας την ουσία τους, συμπιέζοντας και ωθώντας το σύνολο σχεδόν των μισθών προς τα γενικά κατώτατα όρια, στο πλαίσιο στοχευόμενης πορείας βαλκανιοποίησής τους που δεν έχει καμία σχέση με την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Αντιθέτως, η έμφαση και η προβολή της μετενέργειας υποβαθμίζει τη βαρύτερη σημασία των άλλων μνημονιακών παρεμβάσεων που στο σύνολό τους, με την προσθήκη και του εν λόγω μέτρου, επιφέρουν την πλήρη ανατροπή ενός από τα προοδευτικότερα συστήματα συλλογικής διαπραγμάτευσης στην Ευρώπη που εισήγαγε ο νόμος 1876 της Οικουμενικής του 1990 έχοντας ως βάση ρυθμίσεις που αντλούνται από την ταραγμένη δεκαετία του ’30…

Αναδημοσίευση: ΑΥΓΗ 1-7-2012

* Ο Γ. Κουζής διδάσκει εργασιακές σχέσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ