Ανάκληση αίτησης παραίτησης υπαλλήλου

dimosioi ypaliloi-2

Επίκαιρη νομολογία

Από τα παρατιθέμενα κατωτέρω αποσπάσματα της υπ’ αριθ. 56/2012 (όμοια η 14/2012) Πράξης του Τμ. Ι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκύπτει ότι οι υπάλληλοι πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί όταν υποβάλλουν αίτηση παραίτησης και να είναι σίγουροι για την απόφασή τους αυτή, καθώς αφότου γίνει δεκτή η αίτησή τους ή περάσει μήνας από την υποβολή της, δεν μπορεί πια να ανακληθεί (εκτός από κάποιες λιγοστές εξαιρέσεις). Ειδικότερα:

Σύμφωνα με το άρθρο 151 του ν.3584/2007 «Η υπαλληλική σχέση λύεται με (…) την αποδοχή της παραίτησης (…) του υπαλλήλου». Σύμφωνα με το άρθρο 152 του ίδιου Νόμου «1. Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην αίτηση παραίτησης θεωρείται, ότι δεν έχουν γραφεί. 2. (…) 4. Ο υπάλληλος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από την υποβολή της αίτησης παραίτησης μπορεί να την ανακαλέσει εγγράφως, εφόσον αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο. 5.Η αίτηση παραίτησης γίνεται αποδεκτή με πράξη που εκδίδεται από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την αίτηση παραίτησης πριν από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της. Αν μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της παραίτησης ο υπάλληλος επανέλθει με δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτησή του, αυτή γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αιτήσεως. Η αίτηση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6. (…).».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η παραίτηση δημοτικού υπαλλήλου θεωρείται ως μη υποβληθείσα μόνον εφόσον ανακληθεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, δηλαδή εντός μηνός από την υποβολή της και πριν από την αποδοχή της από το αρμόδιο όργανο (βλ. ΣτΕ 2958/1985, 1315/1996). Η ανάκληση, επομένως, από τον υπάλληλο της παραίτησής του μετά τη συμπλήρωση διμήνου από την υποβολή της ή μετά την αποδοχή της είναι, καταρχήν, απαράδεκτη και ουδέν αποτέλεσμα επάγεται. Εκ τούτων έπεται ότι δεν καταλείπεται καταρχήν στάδιο ανάκλησης της παραίτησης μετά την αποδοχή της ούτε, πολύ περισσότερο, διαδικασία ανάκλησης της απόφασης, με την οποία αυτή έγινε αποδεκτή (βλ. ΣτΕ 3925/1994, 2249/2003, Δ.Ε.Α. 302/1991, πράξη Ι Τμήμ. 14/2012). Στην περίπτωση της δήλωσης παραίτησης δημοτικού υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, η συνδρομή ελαττωμάτων της βούλησης καθιστά εξ αντικειμένου παράνομη την ερειδόμενη στη δήλωση παραίτησης διαπιστωτική πράξη περί αυτοδίκαιης λύσης της υπαλληλικής σχέσης, η οποία δύναται να ανακληθεί από τη Διοίκηση λόγω απώλειας του πραγματικού ερείσματός της, κατά τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου περί ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων (βλ. ΣτΕ 1393/1970, 4300/1983, 1987 και 2316/1989, 2873/2006, Δ.Ε.Α. 1584/2009, πρβλ. Ολ. ΣτΕ 2403/1997). Κατά τις γενικές αυτές αρχές, ελάττωμα της βούλησης, το οποίο δύναται να ασκήσει επιρροή στο κύρος της δήλωσης, συνιστά η πλάνη στη δήλωση («εν τη δηλώσει»), η οποία υφίσταται στην περίπτωση που η εξωτερικευθείσα βούληση του δηλούντος, λόγω εσφαλμένης γνώσης ή (μη συνειδητής) άγνοιας της πραγματικότητας, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική του βούληση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή είναι ουσιώδης. … Η πλάνη που στρέφεται αποκλειστικώς στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, μολονότι συνιστά ελάττωμα αυτής, εντούτοις δεν θεωρείται, καταρχήν, ουσιώδης και δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της γενόμενης δήλωσης, εκτός και αν από ειδική διάταξη νόμου ορίζεται διαφορετικά (πρβλ. ΣτΕ 1546, 1550 και 1552/1985, 910 και 1987/1989). Ως παραγωγικά αίτια της βούλησης νοούνται όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά περιστατικά (γεγονότα μελλοντικά, του παρόντος ή του παρελθόντος, ανθρώπινες πράξεις, προσδοκίες κ.ά.), στα οποία στηρίχθηκε ο δηλών για να σχηματίσει τη βούλησή του (βλ. Ολ. Α.Π. 151/2004, 35/1998  κ.ά.).

Πηγή: dimosnet

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ